Αξιόλογες τοποθεσίες στην Κερύνεια (Kyrenia)
Πιστεύεται ότι ο Κηφέας από την Αρκαδία είναι ο ιδρυτής της πόλης της Κερύνειας (Kyrenia). Ο Κηφέας ήταν ένας στρατηλάτης, ο οποίος αποβιβάστηκε στη βόρεια ακτή της Κύπρου, έχοντας μαζί του πολλούς έποικους από διάφορες πόλεις της Αχαΐας.
Νεκρόπολης Καρμίου (Karmi Necropolis):
Κοντά στο χωριό Κάρμι ανακαλύφθηκαν τάφοι από τα μέσα της Εποχής του Χαλκού (1900 έως 1800 π.Χ.). Τα ευρήματα μας προσφέρουν μια καλή εικόνα του επιπέδου των εμπορικών δραστηριοτήτων με τις γειτονικές χώρες κατά την Εποχή του Χαλκού.
Σε αρχαιολογικές ανασκαφές κοντά στο χωριό Κάρμι ανακαλύφθηκαν ταφικοί θάλαμοι που ανάγονται ανάμεσα στο 1900 και 1800 π.Χ.. Η τοιχογραφία μιας ανθρώπινης μορφής στους διαδρόμους του τάφου 6 είναι το παλαιότερο εύρημα μέχρι αυτήν τη στιγμή στην Κύπρο. Η τοιχογραφία στον τάφο 6 του Καρμίου-Παλαιάλωνα πιστεύεται ότι είναι το σύμβολο της Θεάς της γονιμότητας.
Χρυσοκάβα (Kirsokava):
Η Χρυσοκάβα (Kirsokava) βρίσκεται ανάμεσα στο παλαιό και στο νέο λιμάνι της Κερύνειας αλλά είναι μόνο περιστασιακά προσβάσιμη από τους τουρίστες. Η Χρυσοκάβα (Kirsokava) είναι ένα ακρωτήρι, το οποίο χρησιμοποιείτο πριν 2000 χρόνια από τους Ρωμαίους ως κοιμητήριο και αργότερα ως χώρος εξόρυξης ασβεστόλιθου. Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής κυριαρχίας, Χριστιανοί αποίκησαν τους Ρωμαϊκούς τάφους και την περιοχή. Πιστεύεται ότι πήρε τα όνομα της από τον χρυσό, ο οποίος εξορυσσόταν στην περιοχή. Η Χρυσοκάβα (Kirsokava) χρησιμοποιείτο κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής περιόδου ως κοιμητήριο και αργότερα ως χώρος εξόρυξης ασβεστόλιθου. Αυτός ο ασβεστόλιθος μεταφερόταν με πλοία και χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του Κάστρου της Κερύνειας και του λιμανιού.
Λάμπουσα (Lambousa):
Η Λάμπουσα (Lambousa), η οποία σημαίνει «αυτή που λάμπει» ήταν κάποτε μια ακμάζουσα περιοχή στα δυτικά της βόρειας ακτής της Κύπρου. Οι πρώτοι έποικοι ήρθαν από την Ελλάδα το 13ο αιώνα π.Χ.. Η περιοχή βρέθηκε κάτω από τον έλεγχο των Φοινίκων τον 8ο αιώνα π.Χ.. Κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής και της Βυζαντινής περιόδου η περιοχή άκμασε. Μπορείτε να φτάσετε στη Λάμπουσα περπατώντας κατά μήκος της ακτής της Κύπρου από την παραλία Mare Monte στη Λάπηθο. Κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής περιόδου κατασκευάστηκαν αρχιτεκτονικά μνημεία όπως θέατρο και γυμναστήριο και η περιοχή αναπτύχθηκε ως ένα σημαντικό λιμάνι της πόλης της Λαπήθου. Η περίοδος ακμής της Λάμπουσας έληξε το 13ο αιώνα όταν η Λάμπουσα εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της μετά από συνεχής επιδρομές Αράβων.
Λάπηθος (Lapta):
Λόγω της συχνότητας των αραβικών επιδρομών κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα, οι κάτοικοι της Λάμπουσας, της αρχαίας παραλιακής πόλης κοντά στο χωριό Λάπηθο, μετακίνησαν τον οικισμό τους στα ριζά του βουνού και ιδρύσαν τη σημερινή πόλη της Λάπηθου. Ο οικισμός στη Λάπηθο αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της περιόδου των Λουζινιάν. Ανασκαφές στην περιοχή αποκάλυψαν, πέρα από τη Λάπηθο, ενδείξεις οικισμών της Χαλκολιθικής περιόδου και τάφους της Εποχής του Σιδήρου.
Η εκκλησία του Αντιφωνιτή:
Η εκκλησία βρίσκεται 8 χλμ. νότια του Αγίου Αμβρόσιου (Esentepe), ενός από τα χωριά της ανατολικής Κερύνειας. Η εκκλησία ήταν μέρος ενός παλιού σημαντικού μοναστηριού. Το αρχιτεκτονικό της στυλ είναι σπάνιο για την Κύπρο και ιδιαίτερα αξιόλογο.
Η εκκλησία του Αντιφωνιτή χτίστηκε κατά τον 7ο αιώνα, κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου και λόγω του ασυνήθιστου αρχιτεκτονικού της στυλ πιστεύεται ότι χτίστηκε από ντόπιους τεχνίτες. Η εκκλησία του Αντιφωνιτή ήταν το κέντρο ενός μοναστηριού με μεγάλη επιρροή. Ο τρούλος της εκκλησίας βασίζεται σε 8 στρόγγυλούς κίονες, οι οποίοι σχηματίζουν ένα παράπλευρο οκτάγωνο. Έγινε προσπάθεια ώστε το μέρος, γνωστό ως βήμα, και το υπόλοιπο της εκκλησίας να διαχωριστούν κρατώντας 2 από τους κίονες ξεχωριστά από τους τοίχους.
Το αβαείο του Πέλλαπαϊς (Bellapais Abbey):
Το αβαείο του Πέλλαπαϊς (Bellapais Abbey) είναι ένα ξεχωριστό δείγμα γοτθικής αρχιτεκτονικής. Το όνομα του Αβαείου προέρχεται από το γαλλικό «Abbaye de la paix», το οποίο σημαίνει «το Μοναστήρι της Ειρήνης». Το Αβαείο του Πέλλαπαϊς βρίσκεται στις πλαγιές του όρους Πενταδάκτυλου (Κερύνεια). Οι πρώτοι έποικοι του μοναστηριού ήταν Αυγουστινιανοί μοναχοί, οι οποίοι μετοίκησαν από την Ιερουσαλήμ. Το πρώτο κτήριο του Αβαείου κτίστηκε ανάμεσα στα έτη 1198 και 1205. Τα περισσότερα μέρη του κτηρίου που μπορείτε να δείτε σήμερα κτίστηκαν από τον Γάλλο βασιλιά Hugh III ανάμεσα στα έτη 1267 και 1284. Τα κιόσκια στην αυλή του Αβαείου και η τραπεζαρία κτίστηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Hugh IV (1324 – 1359). Μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς το μοναστήρι παραχωρήθηκε στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το μέρος, το οποίο βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση σήμερα, είναι ο ναός δίπλα στην αυλή. Τα ιταλικά φρέσκα στους τοίχους της πρόσοψης κατασκευάστηκαν τον 15ο αιώνα. Οι δύο μαρμάρινοι τάφοι στην αυλή χρησιμοποιούνταν για ένα διάστημα από τους μοναχούς ως γούρνες. Στην πόρτα του τάφου είναι εμφανή τα εμβλήματα των βασιλέων της Ιερουσαλήμ, του Λουζινιάν και της Κύπρου. Η τραπεζαρία του μοναστηριού είναι ένα ανυπέρβλητο δείγμα γοτθικής αρχιτεκτονικής.
Το Κάστρο του Βουφαβέντο:
Το Κάστρο του Βουφαβέντο είναι επίσης γνωστό ως τα «100 Σπίτια της Ρήγαινας». Το Κάστρο αρχικά κτίστηκε ως παρατηρητήριο και φυλακή, όπως και τα κάστρα του Αγίου Ιλαρίωνα και της Καντάρας, ως μέρος την αμυντικής γραμμής εναντίον των αραβικών επιδρομών και όχι ως τόπος διαμονής, Όπως και τα άλλα δύο κάστρα δεσπόζει μιας σημαντικής διόδου μεταξύ των βουνών και μετέδιδε ειδήσεις μέσω σημάτων πυρός. Το Κάστρο Βουφαβέντο είναι κτισμένο σε ένα ύψωμα 959 μέτρων με υπέροχη θέα προς την Λευκωσία και την Κερύνεια. Λέγεται ότι, όταν το 1191 ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέκτησε την Κύπρο, ο Βυζαντινός Δεσπότης του νησιού, Ισαάκ Κομνηνός, κατέφυγε στο Βουφαβέντο. Το 1311 το Κάστρο του Βουφαβέντο έγινε φυλακή «Château du Lion» δύο Λουζινιανών πριγκίπων, του Chamerin, αδελφού του βασιλιά και αξιωματικού του Βασιλείου και του Λόρδου Balian de Ibelin, Πρίγκιπα της Γαλιλαίας. Και οι δύο θεωρούνταν υποστηρικτές του κινηματία Πρίγκιπα της Τύρου και προδότες του Βασιλιά Ερρικού ΙΙ. Στην Ενετική περίοδο, το Κάστρο του Βουφαβέντο παραμελήθηκε, μια και τα κάστρα της ακτογραμμής θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας για την άμυνα της Κύπρου.
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης:
Το κτήριο του 18ου αιώνα στο λιμάνι της Κερύνειας χρησιμοποιείται σήμερα ως μουσείο Λαϊκής Τέχνης. Η κύρια είσοδος του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης βρίσκεται στην προκυμαία του παλιού λιμανιού της Κερύνειας.
Η παλιά σιταποθήκη, παραχωρήθηκε στο Υπουργείο Αρχαιοτήτων από την Λαίδη Loch. Το μουσείο είναι μια ανακατασκευή ενός τυπικού κυπριακού σπιτιού και παρουσιάζει γαμήλια κουστούμια και μια ποικιλία χειροποίητων πλεκτών. Στο ισόγειο βρίσκονται επίσης μια πρέσα λαδιού, ένα αρχαίο δρεπάνι, έναν αργαλειό, καρδάρες, και μια δοκάνη. Στον πρώτο όροφο υπάρχουν δείγματα παραδοσιακής χειροτεχνίας: κουβέρτες, κουβερλί, τραπεζομάντιλα, μάλλινες κάλτσες, σκαλιστά μπαούλα, νυφικά και ντουλάπες είναι κάποια από τα είδη που προβάλλονται.
Οι τάφοι του Hz. Omer:
Οι τάφοι και το τζαμί βρίσκονται 5 χλμ. ανατολικά της Κερύνειας. Οι τάφοι κτίστηκαν από τους Οθωμανούς προς τιμήν του κυβερνήτη Omer και του πληρώματός του, οι οποίοι σκοτώθηκαν στην Κύπρο κατά τη διάρκεια των αραβικών επιδρομών του 7ου αιώνα, υπό τον Χαλίφη των Omayyad, Muaviye.
Ο διοικητής Omer και οι άνδρες του από τον στρατό του Muawije σκοτώθηκαν και θάφτηκαν σε μια σπηλιά. Μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς, τα σώματα εκταφιάστηκαν και κηδεύτηκαν με τιμές.
Το Μουσείο Εικόνας:
Η πρώην εκκλησία του Αρχάγγελου χρησιμοποιείται πλέον ως μουσείο εικόνων που περισυλλέχθηκαν από την Κερύνεια και την γύρω περιοχή. Η εκκλησία χτίστηκε το 1860. 25 χρόνια αργότερα προστέθηκε ένα καμπαναριό, το οποίο είναι ορατό από ολόκληρη την περιοχή της Κερύνειας. Το μουσείο εικόνας διαθέτει μεγάλο αριθμό εικόνων, οι οποίες παρουσιάζουν την ιστορία της Κερύνειας και της γύρω περιοχής. Αρχικά η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Εντός της εκκλησίας μπορείτε να βρείτε τρία επίπεδα με εντυπωσιακά εκθέματα και εικόνες, κάποιες από τις οποίες χρονολογούνται από το 17ο αιώνα.
Το Κάστρο της Κερύνειας:
Το Κάστρο χτίστηκε αρχικά τον 3ο αιώνα για να προστατεύει την πόλη από τις αραβικές επιδρομές. Όπως και το Κάστρο της Καντάρας, το Κάστρο της Κερύνειας έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της Λουζινιανής περιόδου και έχει έως σήμερα υποστεί πολυάριθμες ανακαινίσεις. Το Κάστρο πρωτοαναφέρεται σε γραπτές πηγές το 1191 μ.Χ., όταν ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος νίκησε τον Ισαάκ Κομνηνό, στο δρόμο του για τις Σταυροφορίες και κατάκτησε την Κύπρο.
Ανασκαφές χρονολογούν το Κάστρο της Κερύνειας ανάμεσα στο 111 με 11 π.Χ., στην Πρώιμη Ρωμαϊκή περίοδο, όταν οι οχυρώσεις κατασκευάζονταν, έχοντας στο νου ένοπλους ιππότες και τοξότες. Μέχρι σήμερα δεν είναι δυνατόν να οριστεί ακριβής ημερομηνία κατασκευής του Κάστρου. Εκτιμάται ότι το κυρίως μέρος του Κάστρου έχει χτιστεί στη Βυζαντινή περίοδο τον 7ο αιώνα μ.Χ. Κατά τη Λουζινιανή και Ενετική περίοδο το Κάστρο υπέστη αρκετές προσθήκες. Το μεγαλύτερο μέρος του παρόντος Κάστρου έχει κτισθεί από το Βασιλιά John d’Ibelin ανάμεσα στα έτη 1208 και 1211 μ.Χ. και υπάρχουσες οχυρώσεις από το Κάστρο της Ρωμαϊκής περιόδου ενσωματώθηκαν στο οχυρό. Το 1373 μ.Χ. ενετικές επιδρομές προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στο Κάστρο. Όταν το 1489 οι Ενετοί ανέλαβαν τον έλεγχο του Κάστρου της Κερύνειας ανακατασκεύασαν τις οχυρώσεις, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους το Οθωμανικό πυροβολικό. Μετά την πτώση της Λευκωσίας το 1570 μ.Χ., οι Ενετοί παρέδωσαν το Κάστρο στους Οθωμανούς.
Το Μουσείο Πλοίο της Κερύνειας:
Το πλοίο, το οποίο εκτίθεται στο Μουσείο Πλοίο της Κερύνειας εκτιμάται ότι είναι το παλαιότερο ναυάγιο, το οποίο έχει ανασυρθεί από τις θάλασσες παγκοσμίως. Χρονολογείται στα χρόνια των Ελληνιστικών Βασιλείων, τα οποία ιδρύθηκαν μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 300 π.Χ.
Ανακαλύφθηκε από δύτη σφουγγαριών σε βάθος 3 μέτρων και περισυλλέχθηκε από ερευνητές του πανεπιστημίου της Πενσυλβάνιας. Μελέτες που έγιναν σε αμύγδαλα που βρέθηκαν στο πλοίο χρονολογούν το εύρημα στο έτος 288 π.Χ. ενώ μελέτες στη ξυλεία του πλοίου καταδεικνύουν ότι είναι από το 389 π.Χ.
Το μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου (Sourp Magar Monastery):
Tο μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου ιδρύθηκε περίπου το 1000 μ.Χ. ως κοπτικό μοναστήρι (Αιγυπτίων Χριστιανών), αφιερωμένο στον Άγιο Μακάριο της Αλεξάνδρειας (309-404 μ.Χ.). Είναι επίσης γνωστό ως μοναστήρι της Παρθένου Μαρίας. Η πανέμορφη θέση του στο χείλος του γκρεμού του χαρίζει μοναδική και γραφική θέα.
Το Κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα (St. Hilarion Castle):
Το Κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, όπως και τα Κάστρα της Καντάρας και του Βουφαβέντου χτίστηκαν ως σύστημα προειδοποίησης αραβικών επιδρομών στο νησί. Σύμφωνα με την παράδοση το Κάστρο πήρε το όνομα του από έναν άγιο γέροντα, ο οποίος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του εκεί και θάφτηκε στο Κάστρο τον 8ο αιώνα. Στον τάφο του ανεγέρθηκαν ένα μοναστήρι και μία εκκλησία και αργότερα ένα μεγαλύτερο μοναστήρι γύρω από αυτά. Τον 10ο αιώνα χτίστηκε γύρω από την εκκλησία και τα μοναστήρια το Κάστρο.
Οι πρώτες αναφορές στο Κάστρο βρίσκονται σε κείμενα του 1191. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν στρατηγικής σημασίας, αργότερα όμως έγινε θέρετρο της Λουζινιανής αριστοκρατίας. Ειδικά μετά την ανακάλυψη του μπαρουτιού και των πυροβόλων όπλων αυξήθηκε η σπουδαιότητα της άμυνας της ακτογραμμής και το Κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα όπως και αυτά της Καντάρας και του Βουφαβέντου έχασαν τη λειτουργικότητα και τη σημαντικότητα τους. Το Κάστρο χωρίζεται σε τρία μέρη. Τα παραπέτα για την άμυνα της μπροστινής εισόδου ενισχύθηκαν από τους Βυζαντινούς τον 11ο αιώνα.
Βρύσι (Catalkoy):
Το Βρύσι (Catalkoy) είναι ένας οικισμός, ο οποίος χρονολογείται στη νεολιθική περίοδο. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ότι οι άποικοι αυτής της περιοχής ήρθαν στην Κύπρο μεταξύ 4000 και 3000 π.Χ. από την Ανατολή, από μια περιοχή που ονομάζεται Κυλικεία. Οι οικονομία του οικισμού βασιζόταν στη γεωργία. Τα σπίτια ήταν συνδεδεμένα μεταξύ τους με στενές σήραγγες. Οι τοίχοι ήταν από πέτρα και υγρό πηλό.